あさ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό χιουμοριστικό επινοώ, πλάθω (ιστορίες)

Κλίση

Παρόν (απλό)
朝日る
Παρόν (ευγενικό)
朝日ります
Άρνηση (απλή)
朝日らない
Άρνηση (ευγενική)
朝日りません
Παρελθόν (απλό)
朝日った
Παρελθόν (ευγενικό)
朝日りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
朝日らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
朝日りませんでした
Τε-μορφή
朝日って
Δυνητική
朝日れる
Προστακτική
朝日れ
Βουλητική
朝日ろう
Υποθετική (ば)
朝日れば