あさ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρωινή στύση (στύση κατά το ξύπνημα), νυχτερινή στύση
  2. 02 αναχώρηση νωρίς το πρωί

Κλίση

Παρόν (απλό)
朝立ちする
Παρόν (ευγενικό)
朝立ちします
Άρνηση (απλή)
朝立ちしない
Άρνηση (ευγενική)
朝立ちしません
Παρελθόν (απλό)
朝立ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
朝立ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
朝立ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
朝立ちしませんでした
Τε-μορφή
朝立ちして
Δυνητική
朝立ちできる
Προστακτική
朝立ちしろ
Βουλητική
朝立ちしよう
Υποθετική (ば)
朝立ちすれば