朝顔
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ασαγκάο (είδος αναρριχώμενου φυτού Ipomoea nil), πικότε ασαγκάο, ασαγκάο με φύλλα κισσού
- 02 αντικείμενο σε σχήμα χωνιού, καμπάνα (π.χ. μιας τρομπέτας), χωνοειδές ουρητήριο
- 03 αρχαϊκό ιεροβότανο (Hibiscus syriacus)