する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορίζω (χρόνο, ημερομηνία κ.λπ.), καθορίζω
  2. 02 προσδοκώ, ελπίζω, ανυπομονώ, προβλέπω, αναμένω
  3. 03 αποφασίζω (να κάνω κάτι), καταλήγω σε απόφαση, προετοιμάζομαι, υπόσχομαι, δεσμεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
期する
Παρόν (ευγενικό)
期します
Άρνηση (απλή)
期しない
Άρνηση (ευγενική)
期しません
Παρελθόν (απλό)
期した
Παρελθόν (ευγενικό)
期しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
期しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
期しませんでした
Τε-μορφή
期して
Δυνητική
期できる
Προστακτική
期しろ
Βουλητική
期しよう
Υποθετική (ば)
期すれば