たいこたえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες

Κλίση

Παρόν (απλό)
期待に応える
Παρόν (ευγενικό)
期待に応えます
Άρνηση (απλή)
期待に応えない
Άρνηση (ευγενική)
期待に応えません
Παρελθόν (απλό)
期待に応えた
Παρελθόν (ευγενικό)
期待に応えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
期待に応えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
期待に応えませんでした
Τε-μορφή
期待に応えて
Δυνητική
期待に応えられる
Προστακτική
期待に応えろ
Βουλητική
期待に応えよう
Υποθετική (ば)
期待に応えれば