たいをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εναποθέτω τις ελπίδες μου σε κάποιον ή κάτι, προσδοκώ από κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
期待をかける
Παρόν (ευγενικό)
期待をかけます
Άρνηση (απλή)
期待をかけない
Άρνηση (ευγενική)
期待をかけません
Παρελθόν (απλό)
期待をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
期待をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
期待をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
期待をかけませんでした
Τε-μορφή
期待をかけて
Δυνητική
期待をかけられる
Προστακτική
期待をかけろ
Βουλητική
期待をかけよう
Υποθετική (ば)
期待をかければ