Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
期間従業員
きかんじゅうぎょういん
期
期
き
間
かん
従
じゅう
業
ぎょう
員
いん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
εποχιακός εργαζόμενος, εργαζόμενος με σύμβαση ορισμένου χρόνου