げんばす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρατείνω την προθεσμία, επεκτείνω τη διορία

Κλίση

Παρόν (απλό)
期限を延ばす
Παρόν (ευγενικό)
期限を延ばします
Άρνηση (απλή)
期限を延ばさない
Άρνηση (ευγενική)
期限を延ばしません
Παρελθόν (απλό)
期限を延ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
期限を延ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
期限を延ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
期限を延ばしませんでした
Τε-μορφή
期限を延ばして
Δυνητική
期限を延ばせる
Προστακτική
期限を延ばせ
Βουλητική
期限を延ばそう
Υποθετική (ば)
期限を延ばせば