木で鼻をくくる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός φέρομαι απότομα, συμπεριφέρομαι ψυχρά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 木で鼻をくくる
- Παρόν (ευγενικό)
- 木で鼻をくくります
- Άρνηση (απλή)
- 木で鼻をくくらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 木で鼻をくくりません
- Παρελθόν (απλό)
- 木で鼻をくくった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 木で鼻をくくりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 木で鼻をくくらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 木で鼻をくくりませんでした
- Τε-μορφή
- 木で鼻をくくって
- Δυνητική
- 木で鼻をくくれる
- Προστακτική
- 木で鼻をくくれ
- Βουλητική
- 木で鼻をくくろう
- Υποθετική (ば)
- 木で鼻をくくれば
- Υποθετική (たら)
- 木で鼻をくくったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 木で鼻をくくりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 木で鼻をくくるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 木で鼻をくくりなさい
- Παθητική
- 木で鼻をくくられる
- Αιτιατική
- 木で鼻をくくらせる