たけ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προσπαθώ να ενώσω ανόμοια πράγματα, επιχειρώ κάτι αφύσικο ή ασυνάρτητο (κυριολεκτικά: μπολιάζω μπαμπού πάνω σε δέντρο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
木に竹を接ぐ
Παρόν (ευγενικό)
木に竹を接ぎます
Άρνηση (απλή)
木に竹を接がない
Άρνηση (ευγενική)
木に竹を接ぎません
Παρελθόν (απλό)
木に竹を接いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
木に竹を接ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
木に竹を接がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
木に竹を接ぎませんでした
Τε-μορφή
木に竹を接いで
Δυνητική
木に竹を接げる
Προστακτική
木に竹を接げ
Βουλητική
木に竹を接ごう
Υποθετική (ば)
木に竹を接げば