もっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λιγνοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
木化する
Παρόν (ευγενικό)
木化します
Άρνηση (απλή)
木化しない
Άρνηση (ευγενική)
木化しません
Παρελθόν (απλό)
木化した
Παρελθόν (ευγενικό)
木化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
木化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
木化しませんでした
Τε-μορφή
木化して
Δυνητική
木化できる
Προστακτική
木化しろ
Βουλητική
木化しよう
Υποθετική (ば)
木化すれば