のぼ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναρρίχηση σε δέντρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
木登りする
Παρόν (ευγενικό)
木登りします
Άρνηση (απλή)
木登りしない
Άρνηση (ευγενική)
木登りしません
Παρελθόν (απλό)
木登りした
Παρελθόν (ευγενικό)
木登りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
木登りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
木登りしませんでした
Τε-μορφή
木登りして
Δυνητική
木登りできる
Προστακτική
木登りしろ
Βουλητική
木登りしよう
Υποθετική (ば)
木登りすれば