Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
木目
きめ
木
木
き
目
め
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
Άλλες αναγνώσεις:
もくめ
01
συνήθως γραμμένο με κάνα
υφή (π.χ. δέρματος, υφάσματος)
02
συνήθως γραμμένο με κάνα
ειδικά ως 木目
νερά (π.χ. ξύλου)
03
συνήθως γραμμένο με κάνα
λεπτομέρεια