こっじん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κομματιασμένος σε μικρά θραύσματα, συντετριμμένος σε άτομα, θρύψαλα και σχίζες, χίλια κομμάτια

Κλίση

Παρόν (απλό)
木端微塵する
Παρόν (ευγενικό)
木端微塵します
Άρνηση (απλή)
木端微塵しない
Άρνηση (ευγενική)
木端微塵しません
Παρελθόν (απλό)
木端微塵した
Παρελθόν (ευγενικό)
木端微塵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
木端微塵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
木端微塵しませんでした
Τε-μορφή
木端微塵して
Δυνητική
木端微塵できる
Προστακτική
木端微塵しろ
Βουλητική
木端微塵しよう
Υποθετική (ば)
木端微塵すれば