だま

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αντήχηση, ηχώ
  2. 02 πνεύμα του δέντρου, δενδρόβιο πνεύμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
木霊する
Παρόν (ευγενικό)
木霊します
Άρνηση (απλή)
木霊しない
Άρνηση (ευγενική)
木霊しません
Παρελθόν (απλό)
木霊した
Παρελθόν (ευγενικό)
木霊しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
木霊しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
木霊しませんでした
Τε-μορφή
木霊して
Δυνητική
木霊できる
Προστακτική
木霊しろ
Βουλητική
木霊しよう
Υποθετική (ば)
木霊すれば