こうかい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδημοσίευτος, μη κοινοποιημένος, μη καταχωρισμένος (π.χ. μετοχή), μη κυκλοφορημένος, μη αποκαλυμμένος