ぜんふせ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προλαμβάνω, λαμβάνω προληπτικά μέτρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
未然に防ぐ
Παρόν (ευγενικό)
未然に防ぎます
Άρνηση (απλή)
未然に防がない
Άρνηση (ευγενική)
未然に防ぎません
Παρελθόν (απλό)
未然に防いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
未然に防ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
未然に防がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
未然に防ぎませんでした
Τε-μορφή
未然に防いで
Δυνητική
未然に防げる
Προστακτική
未然に防げ
Βουλητική
未然に防ごう
Υποθετική (ば)
未然に防げば