まっせき

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τελευταία θέση, θέση στην άκρη του τραπεζιού, θέση πιο μακριά από την τιμητική θέση
  2. 02 χαμηλότερη βαθμίδα, τελευταία θέση (π.χ. στην τάξη)