まっせきけが

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ταπεινό έχω την τιμή να παρευρίσκομαι (σε συνεδρίαση κ.λπ.), έχω την τιμή να είμαι μέλος (ενός συλλόγου κ.λπ.), καταλαμβάνω την τελευταία θέση με την παρουσία μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
末席を汚す
Παρόν (ευγενικό)
末席を汚します
Άρνηση (απλή)
末席を汚さない
Άρνηση (ευγενική)
末席を汚しません
Παρελθόν (απλό)
末席を汚した
Παρελθόν (ευγενικό)
末席を汚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
末席を汚さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
末席を汚しませんでした
Τε-μορφή
末席を汚して
Δυνητική
末席を汚せる
Προστακτική
末席を汚せ
Βουλητική
末席を汚そう
Υποθετική (ば)
末席を汚せば