本を編む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγγράφω βιβλίο, επιμελούμαι τη σύνταξη βιβλίου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 本を編む
- Παρόν (ευγενικό)
- 本を編みます
- Άρνηση (απλή)
- 本を編まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 本を編みません
- Παρελθόν (απλό)
- 本を編んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 本を編みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 本を編まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 本を編みませんでした
- Τε-μορφή
- 本を編んで
- Δυνητική
- 本を編める
- Προστακτική
- 本を編め
- Βουλητική
- 本を編もう
- Υποθετική (ば)
- 本を編めば
- Υποθετική (たら)
- 本を編んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 本を編みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 本を編むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 本を編みなさい
- Παθητική
- 本を編まれる
- Αιτιατική
- 本を編ませる