本有
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ほんぬ
- 01 εμφυτοτητα, έμφυτο χαρακτηριστικό (ή ιδιότητα κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 本有する
- Παρόν (ευγενικό)
- 本有します
- Άρνηση (απλή)
- 本有しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 本有しません
- Παρελθόν (απλό)
- 本有した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 本有しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 本有しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 本有しませんでした
- Τε-μορφή
- 本有して
- Δυνητική
- 本有できる
- Προστακτική
- 本有しろ
- Βουλητική
- 本有しよう
- Υποθετική (ば)
- 本有すれば
- Υποθετική (たら)
- 本有したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 本有したい
- Απαγορευτική (~な)
- 本有するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 本有しなさい
- Παθητική
- 本有される
- Αιτιατική
- 本有させる