ほんだいはい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπαίνω στο κύριο θέμα, περνώ στο ουσιαστικό κομμάτι, πιάνω δουλειά

Κλίση

Παρόν (απλό)
本題に入る
Παρόν (ευγενικό)
本題に入ります
Άρνηση (απλή)
本題に入らない
Άρνηση (ευγενική)
本題に入りません
Παρελθόν (απλό)
本題に入った
Παρελθόν (ευγενικό)
本題に入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
本題に入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
本題に入りませんでした
Τε-μορφή
本題に入って
Δυνητική
本題に入れる
Προστακτική
本題に入れ
Βουλητική
本題に入ろう
Υποθετική (ば)
本題に入れば