しゅれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός διορθώνω, κάνω διορθώσεις
  2. 02 διορθώνω, κάνω επισημάνσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
朱を入れる
Παρόν (ευγενικό)
朱を入れます
Άρνηση (απλή)
朱を入れない
Άρνηση (ευγενική)
朱を入れません
Παρελθόν (απλό)
朱を入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
朱を入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
朱を入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
朱を入れませんでした
Τε-μορφή
朱を入れて
Δυνητική
朱を入れられる
Προστακτική
朱を入れろ
Βουλητική
朱を入れよう
Υποθετική (ば)
朱を入れれば