つくえかう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάθομαι στο γραφείο (για μελέτη), βρίσκομαι στο γραφείο μου, ξεκινώ εργασία για επανάληψη, για τα μαθήματα κ.λπ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
机に向かう
Παρόν (ευγενικό)
机に向かいます
Άρνηση (απλή)
机に向かわない
Άρνηση (ευγενική)
机に向かいません
Παρελθόν (απλό)
机に向かった
Παρελθόν (ευγενικό)
机に向かいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
机に向かわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
机に向かいませんでした
Τε-μορφή
机に向かって
Δυνητική
机に向かえる
Προστακτική
机に向かえ
Βουλητική
机に向かおう
Υποθετική (ば)
机に向かえば