つくえならべる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός συνεργάζομαι (στην ίδια τάξη, στον ίδιο χώρο εργασίας κ.λπ.), είμαι συμμαθητής, κάθομαι ο ένας δίπλα στον άλλον, παρατάσσω τα θρανία το ένα δίπλα στο άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
机を並べる
Παρόν (ευγενικό)
机を並べます
Άρνηση (απλή)
机を並べない
Άρνηση (ευγενική)
机を並べません
Παρελθόν (απλό)
机を並べた
Παρελθόν (ευγενικό)
机を並べました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
机を並べなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
机を並べませんでした
Τε-μορφή
机を並べて
Δυνητική
机を並べられる
Προστακτική
机を並べろ
Βουλητική
机を並べよう
Υποθετική (ば)
机を並べれば