杓れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προεξέχει το κάτω σαγόνι, έχω προγναθισμό
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα είμαι κοίλος, έχω κοίλο σχήμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 杓れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 杓れます
- Άρνηση (απλή)
- 杓れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 杓れません
- Παρελθόν (απλό)
- 杓れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 杓れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 杓れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 杓れませんでした
- Τε-μορφή
- 杓れて
- Δυνητική
- 杓れられる
- Προστακτική
- 杓れろ
- Βουλητική
- 杓れよう
- Υποθετική (ば)
- 杓れれば
- Υποθετική (たら)
- 杓れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 杓れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 杓れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 杓れなさい
- Παθητική
- 杓れられる
- Αιτιατική
- 杓れさせる