杖を携える
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρατώ μπαστούνι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 杖を携える
- Παρόν (ευγενικό)
- 杖を携えます
- Άρνηση (απλή)
- 杖を携えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 杖を携えません
- Παρελθόν (απλό)
- 杖を携えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 杖を携えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 杖を携えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 杖を携えませんでした
- Τε-μορφή
- 杖を携えて
- Δυνητική
- 杖を携えられる
- Προστακτική
- 杖を携えろ
- Βουλητική
- 杖を携えよう
- Υποθετική (ば)
- 杖を携えれば
- Υποθετική (たら)
- 杖を携えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 杖を携えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 杖を携えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 杖を携えなさい
- Παθητική
- 杖を携えられる
- Αιτιατική
- 杖を携えさせる