たばねる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δένω σε δέσμη (π.χ. άχυρα, μαλλιά, χαρτονομίσματα, επιστολές), δεματοποιώ, συσκευάζω
  2. 02 κυβερνώ, διαχειρίζομαι, ελέγχω, διοικώ
  3. 03 διπλώνω (τα χέρια μου), σμίγω (τα χέρια μου)

Παραδείγματα

  • かみたばねる

    Δένω τα μαλλιά μου.

  • 書類しょるいをゴムでたばねてしにれた。

    Έδεσα τα έγγραφα με ένα λάστιχο και τα έβαλα στο συρτάρι.

  • 複数ふくすう部署ぶしょたばねる立場たちばになり、責任せきにんおもさをかんじています。

    Βρίσκομαι σε θέση όπου διαχειρίζομαι πολλά τμήματα, και νιώθω το βάρος της ευθύνης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
束ねる
Παρόν (ευγενικό)
束ねます
Άρνηση (απλή)
束ねない
Άρνηση (ευγενική)
束ねません
Παρελθόν (απλό)
束ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
束ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
束ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
束ねませんでした
Τε-μορφή
束ねて
Δυνητική
束ねられる
Προστακτική
束ねろ
Βουλητική
束ねよう
Υποθετική (ば)
束ねれば