きた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προκαλώ, επιφέρω, συνεπάγομαι, δημιουργώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
来す
Παρόν (ευγενικό)
来します
Άρνηση (απλή)
来さない
Άρνηση (ευγενική)
来しません
Παρελθόν (απλό)
来した
Παρελθόν (ευγενικό)
来しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来しませんでした
Τε-μορφή
来して
Δυνητική
来せる
Προστακτική
来せ
Βουλητική
来そう
Υποθετική (ば)
来せば