きた

άλλο, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: くる

  1. 01 επόμενος (π.χ. επόμενος Απρίλιος), επερχόμενος, προσεχής
  2. 02 έρχομαι, φτάνω, πρόκειται να συμβεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
来る
Παρόν (ευγενικό)
来ります
Άρνηση (απλή)
来らない
Άρνηση (ευγενική)
来りません
Παρελθόν (απλό)
来った
Παρελθόν (ευγενικό)
来りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来りませんでした
Τε-μορφή
来って
Δυνητική
来れる
Προστακτική
来れ
Βουλητική
来ろう
Υποθετική (ば)
来れば