来合わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τυχαίνει να έρχομαι συμπτωματικά στον ίδιο χώρο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 来合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 来合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 来合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 来合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 来合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 来合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 来合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 来合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 来合わせて
- Δυνητική
- 来合わせられる
- Προστακτική
- 来合わせろ
- Βουλητική
- 来合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 来合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 来合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 来合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 来合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 来合わせなさい
- Παθητική
- 来合わせられる
- Αιτιατική
- 来合わせさせる