わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυχαίνει να έρχομαι συμπτωματικά στον ίδιο χώρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
来合わせる
Παρόν (ευγενικό)
来合わせます
Άρνηση (απλή)
来合わせない
Άρνηση (ευγενική)
来合わせません
Παρελθόν (απλό)
来合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
来合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来合わせませんでした
Τε-μορφή
来合わせて
Δυνητική
来合わせられる
Προστακτική
来合わせろ
Βουλητική
来合わせよう
Υποθετική (ば)
来合わせれば