らいたく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσκεψη καλεσμένου στο σπίτι κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
来宅する
Παρόν (ευγενικό)
来宅します
Άρνηση (απλή)
来宅しない
Άρνηση (ευγενική)
来宅しません
Παρελθόν (απλό)
来宅した
Παρελθόν (ευγενικό)
来宅しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来宅しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来宅しませんでした
Τε-μορφή
来宅して
Δυνητική
来宅できる
Προστακτική
来宅しろ
Βουλητική
来宅しよう
Υποθετική (ば)
来宅すれば