らいこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισβολή, επιδρομή, έφοδος

Κλίση

Παρόν (απλό)
来寇する
Παρόν (ευγενικό)
来寇します
Άρνηση (απλή)
来寇しない
Άρνηση (ευγενική)
来寇しません
Παρελθόν (απλό)
来寇した
Παρελθόν (ευγενικό)
来寇しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来寇しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来寇しませんでした
Τε-μορφή
来寇して
Δυνητική
来寇できる
Προστακτική
来寇しろ
Βουλητική
来寇しよう
Υποθετική (ば)
来寇すれば