らいとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άφιξη σε νησί, έλευση σε νησί

Κλίση

Παρόν (απλό)
来島する
Παρόν (ευγενικό)
来島します
Άρνηση (απλή)
来島しない
Άρνηση (ευγενική)
来島しません
Παρελθόν (απλό)
来島した
Παρελθόν (ευγενικό)
来島しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来島しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来島しませんでした
Τε-μορφή
来島して
Δυνητική
来島できる
Προστακτική
来島しろ
Βουλητική
来島しよう
Υποθετική (ば)
来島すれば