らいてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσέλευση σε κατάστημα (εστιατόριο, μπαρ, μαγαζί κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
来店する
Παρόν (ευγενικό)
来店します
Άρνηση (απλή)
来店しない
Άρνηση (ευγενική)
来店しません
Παρελθόν (απλό)
来店した
Παρελθόν (ευγενικό)
来店しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来店しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来店しませんでした
Τε-μορφή
来店して
Δυνητική
来店できる
Προστακτική
来店しろ
Βουλητική
来店しよう
Υποθετική (ば)
来店すれば