らいちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο άφιξη στην Ιαπωνία, επίσκεψη στην Ιαπωνία
  2. 02 ιστορικό άφιξη στην αυτοκρατορική αυλή (απεσταλμένου, πρέσβη κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
来朝する
Παρόν (ευγενικό)
来朝します
Άρνηση (απλή)
来朝しない
Άρνηση (ευγενική)
来朝しません
Παρελθόν (απλό)
来朝した
Παρελθόν (ευγενικό)
来朝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
来朝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
来朝しませんでした
Τε-μορφή
来朝して
Δυνητική
来朝できる
Προστακτική
来朝しろ
Βουλητική
来朝しよう
Υποθετική (ば)
来朝すれば