来診
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίσκεψη ιατρού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 来診する
- Παρόν (ευγενικό)
- 来診します
- Άρνηση (απλή)
- 来診しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 来診しません
- Παρελθόν (απλό)
- 来診した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 来診しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 来診しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 来診しませんでした
- Τε-μορφή
- 来診して
- Δυνητική
- 来診できる
- Προστακτική
- 来診しろ
- Βουλητική
- 来診しよう
- Υποθετική (ば)
- 来診すれば
- Υποθετική (たら)
- 来診したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 来診したい
- Απαγορευτική (~な)
- 来診するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 来診しなさい
- Παθητική
- 来診される
- Αιτιατική
- 来診させる