来阪
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άφιξη στην Οσάκα, επίσκεψη στην Οσάκα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 来阪する
- Παρόν (ευγενικό)
- 来阪します
- Άρνηση (απλή)
- 来阪しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 来阪しません
- Παρελθόν (απλό)
- 来阪した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 来阪しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 来阪しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 来阪しませんでした
- Τε-μορφή
- 来阪して
- Δυνητική
- 来阪できる
- Προστακτική
- 来阪しろ
- Βουλητική
- 来阪しよう
- Υποθετική (ば)
- 来阪すれば
- Υποθετική (たら)
- 来阪したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 来阪したい
- Απαγορευτική (~な)
- 来阪するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 来阪しなさい
- Παθητική
- 来阪される
- Αιτιατική
- 来阪させる