さかずき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσφέρω ποτήρι (σάκε)

Κλίση

Παρόν (απλό)
杯を差す
Παρόν (ευγενικό)
杯を差します
Άρνηση (απλή)
杯を差さない
Άρνηση (ευγενική)
杯を差しません
Παρελθόν (απλό)
杯を差した
Παρελθόν (ευγενικό)
杯を差しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
杯を差さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
杯を差しませんでした
Τε-μορφή
杯を差して
Δυνητική
杯を差せる
Προστακτική
杯を差せ
Βουλητική
杯を差そう
Υποθετική (ば)
杯を差せば