東流
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανατολική ροή (π.χ. ποταμού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 東流する
- Παρόν (ευγενικό)
- 東流します
- Άρνηση (απλή)
- 東流しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 東流しません
- Παρελθόν (απλό)
- 東流した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 東流しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 東流しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 東流しませんでした
- Τε-μορφή
- 東流して
- Δυνητική
- 東流できる
- Προστακτική
- 東流しろ
- Βουλητική
- 東流しよう
- Υποθετική (ば)
- 東流すれば
- Υποθετική (たら)
- 東流したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 東流したい
- Απαγορευτική (~な)
- 東流するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 東流しなさい
- Παθητική
- 東流される
- Αιτιατική
- 東流させる