Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
松柏
しょうはく
松
松
しょう
柏
はく
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αειθαλές δέντρο, κωνοφόρο
02
πεύκο και κυπαρίσσι
03
καθήκον, σταθερότητα, πιστότητα