ばいふく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό φιμώνω (άλογο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
枚を銜む
Παρόν (ευγενικό)
枚を銜みます
Άρνηση (απλή)
枚を銜まない
Άρνηση (ευγενική)
枚を銜みません
Παρελθόν (απλό)
枚を銜んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
枚を銜みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
枚を銜まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
枚を銜みませんでした
Τε-μορφή
枚を銜んで
Δυνητική
枚を銜める
Προστακτική
枚を銜め
Βουλητική
枚を銜もう
Υποθετική (ば)
枚を銜めば