枚を銜む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρχαϊκό φιμώνω (άλογο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 枚を銜む
- Παρόν (ευγενικό)
- 枚を銜みます
- Άρνηση (απλή)
- 枚を銜まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 枚を銜みません
- Παρελθόν (απλό)
- 枚を銜んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 枚を銜みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 枚を銜まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 枚を銜みませんでした
- Τε-μορφή
- 枚を銜んで
- Δυνητική
- 枚を銜める
- Προστακτική
- 枚を銜め
- Βουλητική
- 枚を銜もう
- Υποθετική (ば)
- 枚を銜めば
- Υποθετική (たら)
- 枚を銜んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 枚を銜みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 枚を銜むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 枚を銜みなさい
- Παθητική
- 枚を銜まれる
- Αιτιατική
- 枚を銜ませる