まいきょにいとまがない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναρίθμητος, πάρα πολλοί για να τους απαριθμήσει κανείς

Κλίση

Παρόν (απλό)
枚挙にいとまがない
Παρόν (ευγενικό)
枚挙にいとまがないです
Άρνηση (απλή)
枚挙にいとまがなくない
Άρνηση (ευγενική)
枚挙にいとまがなくないです
Παρελθόν (απλό)
枚挙にいとまがなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
枚挙にいとまがなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
枚挙にいとまがなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
枚挙にいとまがなくなかったです
Τε-μορφή
枚挙にいとまがなくて
Υποθετική (ば)
枚挙にいとまがなければ