果はたす

ρήμα, άλλο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πραγματοποιώ, εκπληρώνω, εκτελώ, επιτυγχάνω, ολοκληρώνω
  2. 02 ολοκληρώνω κάτι εντελώς, διεκπεραιώνω πλήρως

Παραδείγματα

  • 役割やくわりを果はたします。

    Θα εκπληρώσω τον ρόλο μου.

  • 自分じぶんの責任せきにんを果はたすことは大切たいせつです。

    Είναι σημαντικό να εκπληρώνει κανείς τις ευθύνες του.

  • 彼かれは長年ながねんの夢ゆめを果はたすために、日夜にちや努力どりょくし続つづけました。

    Για να εκπληρώσει το όνειρο ζωής του, εκείνος συνέχισε να προσπαθεί μέρα νύχτα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
果たす
Παρόν (ευγενικό)
果たします
Άρνηση (απλή)
果たさない
Άρνηση (ευγενική)
果たしません
Παρελθόν (απλό)
果たした
Παρελθόν (ευγενικό)
果たしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
果たさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
果たしませんでした
Τε-μορφή
果たして
Δυνητική
果たせる
Προστακτική
果たせ
Βουλητική
果たそう
Υποθετική (ば)
果たせば