果はてる

ρήμα, άλλο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τελειώνω, ολοκληρώνομαι, εξαντλούμαι
  2. 02 πεθαίνω, αφανίζομαι
  3. 03 ολοκληρώνω πλήρως, κάνω κάτι μέχρι τέλους

Παραδείγματα

  • 旅たびは果はてた。

    Το ταξίδι τελείωσε.

  • 彼かれは力尽ちからつきて、ついにその人生じんせいを果はてた。

    Εξαντλήθηκε και τελικά η ζωή του έφτασε στο τέλος της.

  • 努力どりょくを続つづけても、目標もくひょうが達成たっせいできない可能性かのうせいは残のこるが、今いまここで諦あきらめるのは、戦たたかうことなく自らみずからの運命うんめいを果はてるに等ひとしいと感かんじた。

    Παρόλο που συνέχιζε να προσπαθεί, η πιθανότητα να μην πετύχει τον στόχο του παρέμενε, ένιωσε όμως ότι το να τα παρατήσει τώρα, ισοδυναμούσε με το να βάλει ο ίδιος τέλος στην μοίρα του χωρίς καν να πολεμήσει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
果てる
Παρόν (ευγενικό)
果てます
Άρνηση (απλή)
果てない
Άρνηση (ευγενική)
果てません
Παρελθόν (απλό)
果てた
Παρελθόν (ευγενικό)
果てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
果てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
果てませんでした
Τε-μορφή
果てて
Δυνητική
果てられる
Προστακτική
果てろ
Βουλητική
果てよう
Υποθετική (ば)
果てれば