えだはさ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο κλαδεύω ένα δέντρο, αφαιρώ τα κλαδιά ενός δέντρου

Κλίση

Παρόν (απλό)
枝を鋏む
Παρόν (ευγενικό)
枝を鋏みます
Άρνηση (απλή)
枝を鋏まない
Άρνηση (ευγενική)
枝を鋏みません
Παρελθόν (απλό)
枝を鋏んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
枝を鋏みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
枝を鋏まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
枝を鋏みませんでした
Τε-μορφή
枝を鋏んで
Δυνητική
枝を鋏める
Προστακτική
枝を鋏め
Βουλητική
枝を鋏もう
Υποθετική (ば)
枝を鋏めば