れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γέρνω, κρέμομαι, γέρνω σαν ιτιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
枝垂れる
Παρόν (ευγενικό)
枝垂れます
Άρνηση (απλή)
枝垂れない
Άρνηση (ευγενική)
枝垂れません
Παρελθόν (απλό)
枝垂れた
Παρελθόν (ευγενικό)
枝垂れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
枝垂れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
枝垂れませんでした
Τε-μορφή
枝垂れて
Δυνητική
枝垂れられる
Προστακτική
枝垂れろ
Βουλητική
枝垂れよう
Υποθετική (ば)
枝垂れれば