ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αναρτώ μεταξύ δύο σημείων, χτίζω (γέφυρα κ.λπ.), τοποθετώ πάνω σε κάτι (π.χ. τα πόδια πάνω στο τραπέζι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
架ける
Παρόν (ευγενικό)
架けます
Άρνηση (απλή)
架けない
Άρνηση (ευγενική)
架けません
Παρελθόν (απλό)
架けた
Παρελθόν (ευγενικό)
架けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
架けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
架けませんでした
Τε-μορφή
架けて
Δυνητική
架けられる
Προστακτική
架けろ
Βουλητική
架けよう
Υποθετική (ば)
架ければ