はしとなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λειτουργώ ως γέφυρα (π.χ. πολιτισμικά χάσματα, τεχνικές διαφορές κ.λπ.), φέρνω σε επαφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
架け橋となる
Παρόν (ευγενικό)
架け橋となります
Άρνηση (απλή)
架け橋とならない
Άρνηση (ευγενική)
架け橋となりません
Παρελθόν (απλό)
架け橋となった
Παρελθόν (ευγενικό)
架け橋となりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
架け橋とならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
架け橋となりませんでした
Τε-μορφή
架け橋となって
Δυνητική
架け橋となれる
Προστακτική
架け橋となれ
Βουλητική
架け橋となろう
Υποθετική (ば)
架け橋となれば