する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεφυρώνω (π.χ. ένα ρέμα με γέφυρα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
架する
Παρόν (ευγενικό)
架します
Άρνηση (απλή)
架しない
Άρνηση (ευγενική)
架しません
Παρελθόν (απλό)
架した
Παρελθόν (ευγενικό)
架しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
架しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
架しませんでした
Τε-μορφή
架して
Δυνητική
架できる
Προστακτική
架しろ
Βουλητική
架しよう
Υποθετική (ば)
架すれば